Γράφει ο Τριαντάφυλλος Δραβαλιάρηςdrav@pegasus.gr
ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ στιγμιότυπο με τον Γεώργιο Παπανδρέου και τον βουλευτή της ΕΡΕ, ο οποίος τον καθύβρισε σε μια συνεδρίαση του Κοινοβουλίου, είναι γνωστό. Ο αρχηγός της Ένωσης Κέντρου ρωτά «ποίος το λέει αυτό», ο υβριστής βουλευτής απαντά «εγώ» και ο Γ. Παπανδρέου τον απαξιώνει με ένα δηλητηριώδες σχόλιο «Ε, τότε, δεν έχει καμία σημασία».
ΤΗΡΟΥΜΕΝΩΝ των αναλογιών η φράση του Γ. Παπανδρέου εμπεριέχει την απάντηση στο φαινόμενο της ραγδαίας φθοράς του δικομματισμού. Και ειδικότερα, στο δραματικό αδιέξοδο στο οποίο περιέρχεται το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και η ηγεσία του. Με ήδη διαφοροποιημένες τις ανάγκες των πολιτών και ειδικότερα της μεσαίας τάξης στο νέο κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον της παγκοσμιοποίησης, με τη δημιουργία κατ ουσίαν ενός «νέου εκλογικού σώματος» που έχει αναθεωρήσει τα κριτήρια της ψήφου του, τα δύο μεγάλα κόμματα «προδίδονται» ως αναξιόπιστα μηρυκάζοντας παλαιές και ατελέσφορες πολιτικές. Το δε πολιτικό τους προσωπικό -με εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα- είναι κατά βάση απόφοιτοι των πολιτικών «σχολαρχείων» μιας άλλης εποχής, όταν απαραίτητο εφόδιο σήμερα είναι το ντοκτορά στις νέες πολιτικές επιστήμες.
ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ, ΕΝ ΠΟΛΛΟΙΣ, για κόμματα παλαιάς κοπής. Δεν αρέσουν. Γι αυτό και συναντούν την αδιαφορία των πολιτών. Έχουν χρεοκοπήσει μαζί με το μεταπολιτευτικό πολιτικό μοντέλο στη συνείδηση των πολιτών κι ιδιαίτερα της νέας γενιάς που τους γυρνά επιδεικτικά την πλάτη ώστε ό,τι υπόσχονται να αντιμετωπίζεται με την απορριπτική αντίδραση του Γ. Παπανδρέου. Αυτοί το είπαν; Ε, τότε δεν έχει καμία σημασία...
Η ΕΙΚΟΝΑ βαθιάς κρίσης του δικομματισμού δεν διαμορφώθηκε σήμερα. Ευκρινώς είχε σκιαγραφηθεί από το εκλογικό σώμα. Και όχι μόνο στις τελευταίες εκλογές, όπου η μεγάλη ήττα του ΠΑΣΟΚ έκρυψε -προσωρινά- τη μεγάλη μείωση δυνάμεων της Ν.Δ., την οποία ψήφισαν με «βαριά καρδιά» οι πολίτες, καθώς το ΠΑΣΟΚ δεν είχε κάνει τίποτα ουσιώδες για να ανακτήσει την εμπιστοσύνη τους. Είναι χαρακτηριστικό το εξής γεγονός: Στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου και ενώ οι μεγάλες πυρκαγιές κατέκαιαν τη χώρα, το «αντιπολιτευτική αδεία» αθώο ΠΑΣΟΚ εμφανιζόταν στις δημοσκοπήσεις να επωμίζεται ισομερώς τις ευθύνες με το κυβερνητικό κόμμα (!) για την ανετοιμότητα του κρατικού μηχανισμού. Αυτή είναι, λοιπόν, η πλέον ισχυρή προσλαμβάνουσα των πολιτών. Η χρεοκοπία του πολιτικού μοντέλου ως συνόλου. Χωρίς παραταξιακά ελαφρυντικά.
Η «αντιδραση» του ΠΑΣΟΚ απέναντι σε αυτό το βουβό ρεύμα διαμαρτυρίας υπήρξε ανεπαρκής. Ο πρόεδρός του χρεώνεται την κατασπατάληση της ισχυρής εντολής για ανανέωση και αλλαγή. Την εξάντλησε σε αλληλοαναιρούμενες κινήσεις και «διευθετήσεις προσωπικού». Ακόμα και αυτή η τραυματική εμπειρία της εκλογής προέδρου διεξήχθη σε κενό πολιτικής ώστε, τελικώς, η «επόμενη μέρα» να ναι ίδια και απαράλλαχτη με την προηγούμενη. Και μάλλον χειρότερη, καθώς η τελική φωτογραφία είναι εκείνη των αλληλοσπαρασσόμενων φατριών. Η δε αντιπολιτευτική του τακτική -παράγωγο της ανόητης αντίληψης που έβλεπε τη Ν.Δ. ως «δεξιά παρένθεση» και το ΠΑΣΟΚ ως το περιούσιο κόμμα του λαού- αποστερήθηκε της μοναδικότητάς του. Διότι, το ΠΑΣΟΚ υπήρξε παραδοσιακά το «ελιξίριο» ανανέωσης στην ελληνική κοινωνία. Ο πολιτικός «κουμανταδόρος» των πλειοψηφικών ρευμάτων αλλαγής. Και όμως. Επί τέσσερα κοντά χρόνια έτρεχε ασθμαίνοντας πίσω από τις «σφαίρες» που έβγαιναν κάθε φορά από το όπλο της κυβέρνησης. Είτε αυτό εκπυρσοκροτούσε τυχαία είτε όταν τράβαγε τη σκανδάλη ο Κ. Καραμανλής. Το ΠΑΣΟΚ αφοπλίστηκε. Ποτέ δεν ακούστηκε ο δικός του πυροβολισμός. Ως αφέτη για εκκίνηση σε ένα δρόμο προσδοκιών και αλλαγών.
ΑΝ ΕΤΣΙ, λοιπόν έχουν τα πράγματα, προς τι η (προσποιητή) έκπληξη της δυναμικής του «τριαντατριάχρονου»; Εκτός και αν έχει επιλεγεί ως ύστατο καταφύγιο ο στρουθοκαμηλισμός.
Στο γκριζο τοπιο των δημοσκοπήσεων υπάρχει ένα στοιχείο παρηγορίας για την απαρηγόρητη «δημοκρατική παράταξη». Στο γκάλοπ της Κάπα Research οι δυνάμεις που αναγνωρίζονται ως αντιδεξιές από το εκλογικό σώμα συγκεντρώνουν αθροιστικά ποσοστό 49,1% και οι «δεξιές» 34,2%, ενώ σε εκείνο της GPO 48,2% και 35% αντίστοιχα. Σε επίπεδο κοινωνίας, λοιπόν, η Κεντροαριστερά φαίνεται να ηγεμονεύει και, αντιθέτως, να μην έχει κυριαρχία η Κεντροδεξιά. Αναμενόμενη η εξέλιξη αυτή για μια κοινωνία της οποίας το πλέον ασφαλές χαρακτηριστικό της είναι η ανασφάλεια και η (εκ νέου) αναζήτηση ενός μίνιμουμ προστασίας από το «κοινωνικό κράτος». Μπορεί το ΠΑΣΟΚ να επαναθεμελιώσει ένα νέο αίτημα αλλαγής, σε κεντρικούς πυλώνες που σηματοδοτούν -στις νέες συνθήκες- την κοινωνία της συνοχής; Μπορεί να επαναθεμελιώσει το ΕΣΥ, την «δωρεάν Παιδεία»; Να επανιδρύσει και να αποϊδρυματοποιήσει το κράτος; Μπορεί να ηγηθεί ενός νέου ριζοσπαστισμού προσφέροντας ό,τι δεν μπορεί και δεν θέλει ο Συνασπισμός; Τον ρεαλισμό, δηλαδή, της πραγμάτωσής του, με μια φρέσκια πρόταση κυβερνητικής αλλαγής;
ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ ΑΠΟΛΥΤΩΣ από το ίδιο. Από την ικανότητα επαναθεμελίωσης του ίδιου του ΠΑΣΟΚ. Η οποία, όμως, χρειάζεται οπλισμένο σκυρόδεμα πολιτικής εμπιστοσύνης. Αυτή του λείπει...
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου